ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ
Από τα ανατολικά του Γερακίου υψώνεται ένας,
αποκομμένος από τον Πάρνωνα, μακρόστενος, δασωμένος ορεινός όγκος με δύο
κορυφές και βαθύ διάσελο, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο. Πάνω στο λόφο αυτό
του Πάρνωνα δεσπόζει το κάστρο του Γερακίου. Στα ΝΑ του βρίσκεται η Μονεμβάσια, ενώ στα
δυτικά του ο Μυστράς.
Τα υπολείμματα του Κάστρου και του μεσαιωνικού
οικισμού διακρίνονται στις δύο κορυφές του λόφου με το όνομα Παλαιόκαστρο.
Στη
βόρεια κορυφή σώζονται —σε σχετικά καλή κατάσταση— το Κάστρο και, κάτω από
αυτό, στη δυτική ομαλή πλαγιά, τα κτίσματα του βασικού οικισμού
Στη νότια κορυφή σώζονται υπολείμματα μιας δεύτερης
οικιστικής συγκέντρωσης που συνδέεται με τον βασικό οικισμό με μονοπάτι
ανοιγμένο σε διάσελο, μήκους 700 μ., που ενώνει τις δύο κορυφές.
Η οικιστική
συγκέντρωση γύρω από το κάστρο άρχισε με την ανέγερσή του και συνεχίστηκε σε
όλη τη βυζαντινή περίοδο. Τελικά, ο λόφος ερημώθηκε μεταξύ 15ου αι. και 1700,
οπότε το Γεράκι μεταφέρθηκε στη θέση του σημερινού οικισμού και αποτέλεσε
κεφαλοχώρι της ενετοκρατούμενης και τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, με μεγάλες
παραγωγικές εκτάσεις στον κάμπο.
Ο Φώτης Κοντογλου μας δινει το 1962 την ακόλουθη περιγραφή,
με το μοναδικό τρόπο που ένας λογοτέχνης και ζωγράφος μπορεί να αποτυπώσει τη
γοητεία που μεταδίδει η αλλοτινή αίγλη του κάστρου.
''Κάστρο μικρό είναι και στενούτσικο, το μάκρος του
πάει από Βοριά σε Νότο, όπως είναι θεμελιωμένο και το βουνό. Η πόρτα βρίσκεται
κατά το ηλιοβασίλεμα, μικρή και πλουμισμένη με κεραμίδια, που'ναι κι όλο-όλο το
στολίδι του. Στη μέση ο τοίχος είναι γκρεμισμένος, από μακριά να παρομοιάζει το Κάστρο ίδιο αγρίμι με
σπασμένο το ραχοκόκαλο. Στέκουνται ακόμα καλά οι δυο άκριες αψηλές και
περήφανες, μάλιστα είναι απείραχτη η τάμπια, π'αγναντεύει κατά το γαρμπή με τα
μπεντένια της και με τις γωνιές της καλά διατηρημένες. Το άλλο είναι χαλασμένο
λίγο ως πολύ, εξόν από τη Βορινή άκρη που στέκεται όρθια, όπως το κοράκι της
πλώρης στο τρεχαντήρι. Από την Ανατολήν είναι πιο απόγκρεμο κ'οι τοίχοι πιο
στεκάμενοι. Σώζεται μια στέρνα. Στη μέση λένε πως γκρεμίσανε πριν χρόνια τον
τοίχο που κοιτάζει κατά το ηλιοβασίλεμα, για να βλέπουνε από το χωριό το χορό
που κάνουνε κάθε χρόνο μέσα στο Κάστρο.....''
Φώτης Κόντογλου, Το Κάστρο του Γερακιού, ''Πειραϊκή-Πατραϊκή'', αριθ.84 Ιούν. 1962 σ.28
Φώτης Κόντογλου, Το Κάστρο του Γερακιού, ''Πειραϊκή-Πατραϊκή'', αριθ.84 Ιούν. 1962 σ.28
Το μοναδικό διάγραμμα του οικισμού το οφείλουμε στον
Άγγλο μελετητή Ramsay Traquair στις
αρχές του αιώνα (1905), όπου σημειώνονται με μεγάλη για την εποχή ακρίβεια
κτίσματα, οχυρώσεις και το ανάγλυφο του εδάφους.

Όμως
συστηματική μελέτη του οικισμού δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, πράγμα που
θεωρούμε ότι είναι ενδιαφέρον και αναγκαίο, προκειμένου να συμπληρώσουμε τις
γνώσεις μας όσον αφορά στην ιστορία, την αρχιτεκτονική, την κουλτούρα των
ανθρώπων που έζησαν στον τόπο αυτό.
Οι Α.Μ. Σιμάτου και Ρ. Χριστοδουλοπούλου κάνουν μια
πολύ αξιόλογη προσπάθεια παρουσίασης με μια απλή περιγραφή, αλλά και ερμηνείας
διαφόρων κατασκευαστικών και μορφολογικών στοιχείων, με σκοπό τη δημιουργία
όσο το δυνατόν μιας πιο καθαρής εικόνας
της περιοχής και της μορφής των κτισμάτων:
Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ
Ο δρόμος που οδηγεί στη βόρεια κορυφή του λόφου
καταλήγει σε ένα πλάτωμα στο κάτω μέρος του κυρίως οικισμού, από όπου γίνεται
ουσιαστικά ορατό το σύνολο της οικιστικής συγκέντρωσης. Από εκεί διακρίνονται,
ανάμεσα στα ερειπωμένα με πρώτη ματιά κτίσματα, αρκετές εκκλησίες, οι
περισσότερες από τις οποίες έχουν προστατευθεί με νέες κεραμοσκεπές και εν
μέρει έχουν συντηρηθεί οι τοιχογραφίες τους.
Ο οικισμός έχει σχήμα τραπεζίου που η βόρεια πλευρά
του οριοθετείται έντονα από ένα τείχος βράχων, σε αντίθεση με τη νότια που
απλώνεται ελεύθερα στην πλαγιά.
Η εμφανής διαφοροποίηση της πυκνότητας δόμησης στην
έκταση του οικισμού οδηγεί στη διάκριση τριών βασικών κτιριακών ενοτήτων:
-μια γειτονιά,
πολύ συνεκτική, κάτω από το κάστρο στα ΒΑ.
- μια
δεύτερη γειτονιά στο κέντρο, με αραιότερη δόμηση
- μια τρίτη γειτονιά στα ΝΔ, με ελεύθερο χαρακτήρα
ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ -
ΟΧΥΡΩΣΗ
Τα
υπολείμματα του οδικού δικτύου είναι σχεδόν ανύπαρκτα, γι΄αυτό η ανίχνευση του
μπορεί να γίνει μέσω της μελέτης των γωνιών των σπιτιών των προσβάσεών τους.
Από αυτά τα στοιχεία οι αρχαιολόγοι οδηγούνται με επιφυλάξεις στην εικόνα ενός οδικού δικτύου
που περιελάμβανε:
α) Ένα βασικό ομαλό δρόμο, που ξεκινούσε από το
πλάτωμα, και διχαζόταν σε ένα δρόμο που οδηγούσε, παράλληλα προς το τείχος,
στην πύλη του κάστρου, και σε ένα δεύτερο που συνέχιζε ως μονοπάτι στη νότια
κορυφή.
β) Έναν κεντρικό απότομο δρόμο, που ξεκινούσε από το
πλάτωμα και οδηγούσε στο κάστρο, διασχίζοντας την πρωτη γειτονιά και οδεύοντας
ανηφορικά, παράλληλα προς το βόρειο όριο του οικισμού.
γ) Ένα δεύτερο δρόμο, που είχε κοινή αρχή με τον
προηγούμενο και οδηγούσε στη δεύτερη γειτονιά.
Εκτός από τους παραπάνω δρόμους, οι αρχαιολόγοι
μιλούν με βεβαιότητα για ένα πλήρες δίκτυο από μικρά μονοπάτια. Τμήματα του
ανιχνεύονται από λαξεύσεις στον φυσικό βράχο, από τοίχους αντιστήριξης, από
κτιστά σκαλοπάτια και πεζούλια, ενώ αντίθετα πουθενά δεν βρέθηκε τμήμα λιθόστρωτου.
Αυτά τα μονοπάτια προσέφεραν πρόσβαση σε δύο ή τρία σπίτια κάθε φορά, ή
περιτριγύριζαν μεγάλα σπίτια και συγκροτήματα, προσφέροντας τη δυνατότητα για
πρόσβαση σε κάποια δεύτερη είσοδο.
Οι παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του
οδικού δικτύου είναι η απότομη κλίση και το βραχώδες του εδάφους, όπως και οι
μεταβαλλόμενες κατά καιρούς ανάγκες προσπέλασης, εξαιτίας προσθηκών που
γίνονταν στα κτίρια.
Από την ύπαρξη τμημάτων υποστηρικτικών τοίχων και
σκαλοπατιών στο βόρειο όριο του οικισμού, όπως επίσης και κάτω από τα σπίτια
της τριτης γειτονιάς, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη κάποιου είδους περιμετρικής οχύρωσης,
απαραίτητης για την προστασία του οικισμού. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από
τη σημείωση στο διάγραμμα του Traquair ενός είδους πύλης, που τοποθετείται στο
βόρειο όριο. Από εκεί πιθανότατα γινόταν η είσοδος στον οικισμό μέσω του
βασικού δρόμου, που κατέληγε στο κάστρο, αφού διέσχιζε το πλάτωμα. Από αυτό το
πλάτωμα ξεκινούσαν οι βασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του οικισμού και εκεί
έβλεπαν δύο σημαντικές εκκλησίες, η Αγία Παρασκευή και η Αγία Αικατερίνη. Η
ύπαρξη μεγάλης δημόσιας στέρνας σε ένα διευρυμένο επίπεδο χώρο ενισχύει την
υπόθεση ότι το πλάτωμα λειτουργούσε ως πλατεία με εναλλασσόμενες λειτουργίες
συνάθροισης και εμπορικής συναλλαγής, σε άμεση σχέση με την είσοδο του οικισμού.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ NIVELET
Ανηφορίζοντας στην αριστερή διακλάδωση που ξεκινά
από την Αγία Παρασκευή, φτάνουμε σε ένα συγκρότημα κτισμάτων, σε επαφή, το
οποίο οι ντόπιοι ονομάζουν «κατοικία του Nivelet». Παρόλο που η πιθανότερη
θέση της κατοικίας του άρχοντα έπρεπε να είναι μέσα στο κάστρο, η διάταξη των
χώρων του συγκροτήματος σε σειρά, η οχύρωσή του με ανοίγματα μόνο στους ορόφους
και η τοποθέτηση του κάτω από το κάστρο, πάνω σε απότομους βράχους που
καθιστούν την πρόσβαση σε αυτό ελεγχόμενη, προϋποθέτουν κάποιον επώνυμο
χρήστη. Το συγκρότημα αποτελείται από τέσσερις χώρους, που δεν επικοινωνούν μεταξύ
τους.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Μπορούμε να πούμε ότι το κάστρο του Γερακίου ανήκει
στην ομάδα των ορεινών κάστρων του 13ου αιώνα, που έκτισαν οι Φράγκοι εκμεταλλευόμενοι
τη φυσική οχύρωση. Διακρίνονται δύο
βασικές οικοδομικές φάσεις. Μία πρώτη γύρω στο 1250, που ιστορικά θέλει ως
κτήτορα τον Jean de Nivelet (ή, κατ΄άλλους τον πατέρα του), και μια δεύτερη,
βυζαντινή, μετά το 1260, κατά την οποία ενισχύθηκε η νότια πλευρά και
επισκευάστηκε η δυτική με την πύλη.
Τα τείχη του κάστρου σήμερα είναι ερειπωμένα.
Διατηρούνται κάποια οχυρωματικά έργα και οι πυργίσκοι στην πλευρά της
κορυφογραμμής του λόφου, που βλέπουν προς τη πεδιάδα μέχρι τον μακρινό Λακωνικό
κόλπο.
Ο σημαντικότερος ναός του οικισμού είναι ο Άγιος
Γεώργιος, κτισμένος στο κεντρικότερο σημείο του περιβόλου. Μέσα στον περίβολο
του κάστρου υπάρχει μεγάλος αριθμός κτισμάτων, από τα οποία άλλα είναι μεμονωμένα
και άλλα οργανώνονται σε συγκροτήματα. Τα μόνα πολύχωρα κτίσματα που υπάρχουν
βρίσκονται το ένα σχεδόν σε επαφή με τον Άγιο Γεώργιο και το άλλο στα δυτικά
της μεγάλης κινστέρνας του κάστρου. Τη συνολική τους κάτοψη γνωρίζουμε μόνο
από το διάγραμμα του Traquair, γιατί σήμερα σώζονται μόνο κάποιες γωνίες και
μεσότοιχοι. Η θέση τους μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό τους ως
κατοικίας του άρχοντα. Όμως, το πλέον ενδιαφέρον συγκρότημα κτισμάτων βρίσκεται
βόρεια και δυτικά της εκκλησίας. Από αυτό σώζονται σε καλή κατάσταση κτίσματα
που τοποθετούνται σε μία ζώνη από Α. προς Δ., κλείνοντας τον βόρειο χώρο του
περιβόλου. Από τις εισόδους, τις αποτμήσεις και τα περάσματα μπορούμε να διακρίνουμε
ένα βασικό μονοπάτι που ελίσσεται ανάμεσα τους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων, το Γεράκι
αποτελεί μια σπάνια περίπτωση σωζόμενου βυζαντινού οικισμού χωρίς
μεταγενέστερες επεμβάσεις, που μας
δίνει μια καθαρή εικόνα της μορφής του βυζαντινού οικισμού του 15ου αι. και της
τυπολογίας της βυζαντινής κατοικίας. Οι ελάχιστες διαστάσεις των κτισμάτων,
που μόλις καλύπτουν τις βασικές ανάγκες ζωής, επιβεβαιώνουν την άποψη ότι τα τυπικά βυζαντινά σπίτια των οικισμών της
περιοχής ήταν μικρής κλίμακας και περιορισμένων μορφολογικών προθέσεων, σε
αντίθεση με τη λανθασμένη εικόνα που μας έδιναν μέχρι πρότινος τα μοναδικά
γνωστά παραδείγματα του Μυστρά.
Πηγές:
-
http://www.deltionchae.org/index.php/deltion/article/viewFile/1035/977 (A. M. Σιμάτου- Ρ. Χριστοδουλοπούλου,
Παρατηρήσεις στο μεσαιωνικό οικισμό του Γερακίου, ΔΧΑΕ (1989-1990), Περίοδος
Δ', Αθήνα 1991, σ. 67-88. )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου